ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΑΛΛΕΑΣ
11/07/2020

Βόλος  03 Σεπτεμβρίου 2021

Του Σεραφείμ Αθανασίου

                                                                                                     « ΕΥΧΑΡΙΣΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ»

                                                                                        (με συγκινητικές αλησμόνητες  θύμησες)

Το έτος 1970 υπηρετούσα στο Α΄ Αστυνομικό Τμήμα Καβάλας  και για υπηρεσιακούς λόγους κάποια μέρα, με πολιτική περιβολή, βρέθηκα στη   Θεσσαλονίκη.

Τελειώνοντας και θέλοντας να επιστρέψω κατευθυνόμουνα στον σταθμό υπεραστικού ΚΤΕΛ και πριν φτάσω  συνάντησα ένα  Καβαλιώτη φίλο μου.

Κάναμε τόση χαρά που ειδωθήκαμε και επειδή είχε δικό του Ι.Χ. αυτοκίνητο μου πρότεινε να φύγουμε παρέα για την Καβάλα όμως, πριν γίνει αυτό, με παρακάλεσε  να τον συνοδεύω σε κοντινή ασφαλιστική εταιρεία να τακτοποιήσει κάποιες εκκρεμότητές του.

Με την υπάλληλο  αφού τακτοποίησε τις όποιες υποθέσεις του μου είπε να περιμένω λίγο να δει  τον κ. Σκορδέλη, Διευθυντή της Εταιρείας και, μετά φεύγουμε.

Ακούγοντας το όνομα Σκορδέλη  και επειδή  στη Ρόδο, ως αστυνομικό όργανο για τέσσερα περίπου χρόνια (1947-1950) Αστυνόμο είχαμε τον Μοίραρχο Σκορδέλη Νικόλαο( ίδιο επώνυμο με του Διευθυντού) ρώτησα την υπάλληλο αν ο Διευθυντής της είχε καμιά σχέση  με τη Χωροφυλακή παίρνοντας την απάντηση πως,  ο κ. Σκορδέλης  ήταν  απόστρατος Στρατηγός  του Σώματος.

Της εξήγησα ποιός είμαι, πως τον γνώριζα και τι για κείνον αισθανόμουνα και πως είχα  πάνω από είκοσι χρόνια να τον δω (από τη Ρόδο με την προαγωγή του σε Ταγματάρχη είχε μετατεθεί στη Θεσσαλονίκη) και την παρακάλεσα να τον δω χωρίς να του πει  το όνομά μου για  να του κάνω έκπληξη.

Είχα βλέπετε  μεγαλώσει, φορούσα γυαλιά μυωπίας και  την κεφαλή μου την κάλυπταν  λευκές κορφές Ολύμπου!

Η Υπάλληλος όχι μόνο δέχτηκε  την παράκλησή μου αλλά με τα όσα υπέρ του καλού μου αστυνόμου και τώρα δικού της προϊσταμένου της  είχα πει είχε συγκινηθεί την έτρωγε όμως και η περιέργεια  το τι θα ακολουθούσε εκείνη τη συνάντηση!

-Κύριε Διευθυντά σας ζητά  κάποιος  κύριος.

-Ποιος είναι.

-Συγγνώμη, δεν  τον ρώτησα.

-Ναι, να έλθει.

-Γνώριμη σε μένα η φωνή (στεκόμουνα έξω από το γραφείο του χωρίς να με βλέπει) επειδή σε καθημερινή βάση  πολλές φορές την άκουγα και στο άκουσμά της είχα συγκινηθεί!

-Περάστε, μου  είπε  γελώντας η υπάλληλος.

Στο ευρύχωρο γραφείο του δυο-τρεις δρασκελιές έκανα  και χωρίς να το  καταλάβω σε  στάση προσοχής σταμάτησα ψελλίζοντας: Καλημέρα σας  κύριε.

 Αλλά σιγά την καλημέρα που είπα! Ίσια που ακουγόταν και ο συμπαθέστατος ασπρομάλλης κύριος των 70 περίπου χρόνων  που όρθιος περίμενε τον επισκέπτη του μάλλον ανησύχησε και  προχώρησε προς το μέρος μου.

-Συγγνώμη,  σας συμβαίνει κάτι   και πως μπορώ να βοηθήσω.

Έβγαλα τα γυαλιά μου σκουπίζοντας τα μάτια μου, ενώ εκείνος με περιεργαζόταν.

-Κύριε Αστυνόμε,  είμαι ο Σεραφ… Όμως  εκεί σταμάτησα επειδή  η συγκίνησή μου  δεν με άφηνε να συνεχίσω.

Ξαφνιάστηκε με το « κ. Αστυνόμε» και με το «είμαι ο Σεραφ» και  εντείνοντας την προσοχή του πλησίασε περισσότερο οπότε η δυνατή   συγκινητική του  φωνή  «Σεραφειμάκο μου, παιδί μου», ακούστηκε  στο  γραφείο της υπαλλήλου η οποία, μαζί με τον Καβαλιώτη, βρέθηκαν δίπλα μας και παρακολουθούσαν άφωνοι!

Μου είναι αδύνατο (στερούμαι τέτοιας ικανότητας) να  περιγράψω  τις συγκινητικές στιγμές που  ακολούθησαν, θα πω  όμως τούτο.

Πέσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και κλαίγαμε  σαν μωρά παιδιά ή καλλίτερα σαν πατέρας με παιδί που  είχαν χρόνια να συναντηθούν  και στο διάστημα εκείνων των χρόνων  είχαν χαθεί τα ίχνη τους!

Με τράβηξε δίπλα του  σε ένα καναπέ  και με «ξετίναξε» στις ερωτήσεις για το αν ακόμη υπηρετούσα στη Χωροφυλακή( φορούσα πολιτικά), τι βαθμό είχα, σε ποια υπηρεσία βρισκόμουνα, την οικογένειά μου, την υγεία μου, τους παλιούς μου συναδέλφους που θυμόταν και αγαπούσε  (Σε αριθμό  η δύναμη του Α΄ Τμήματος που Διοικούσε μαζί με τους άνδρες της τροχαίας υπερέβαιναν τους 50) και τους οποίους σαν παιδιά του   μας πρόσεχε,  χωρίς να ξεχνά ερωτήσεις και  για ένα σωρό καλούς Ρόδιους φίλους του που και εγώ γνώριζα.

Και ήταν αλήθεια αυτό πού έλεγε σαν παιδιά του πρόσεχε τους υφισταμένους του  και από την πρώτη μάλιστα μέρα (31 Μαρτίου 1947) που στη Ρόδο πατήσαμε τα πόδια μας!

Οι εβδομαδιαίες συγκεντρώσεις και εκείνες οι πατρικές του συμβουλές  προς όλους μας έχουν μείνει αλησμόνητες γιατί πολλά  μας δίδαξαν και πολύ μας ωφέλησαν!

Με την έναρξη του Σχολικού έτους (πρώτη χρονιά 1947 λειτούργησε Νυκτερινό Γυμνάσιο) και σε αίτημα συναδέλφων (μεμονωμένα αιτήματα) και παρά τις όποιες δυσκολίες είχε κατορθώσει να βρει υπηρεσιακές λύσεις και σε καθημερινή βάση οι επιθυμούντες παρακολουθούσαν μαθήματα στο Νυκτερινό 6τάξιο Βενετόκλειο  Γυμνάσιο  και  μάλιστα από την πρώτη   τάξη!

Τέσσερις συνάδελφοι φοιτούσαμε στο Βενετόκλειο  όμως μόνο δύο νιώσαμε τη χαρά της αποφοίτησης (ο Δημήτρης Κρικώνης και εγώ), επειδή οι άλλοι δύο διέκοψαν.

 Θυμάμαι πως θέλοντας να μεταδώσω την τότε συγκίνησή μου και στον καλό μου Αστυνόμο  από την Τροχαία Ρόδου στην Τροχαία Θεσσαλονίκης τον πήρα τηλέφωνο  και όταν του είπα το « χαρμόσυνο» για μένα γεγονός εκείνος ο υπέροχος άνθρωπος ,πέρα από τα ένα σωρό μπράβο που μου αράδιασε από τη χαρά του  τραγούδαγε κιόλας το «Σαμιώτισα, Σαμιώτισα ,πότε θα πάς στη Σάμο». Ήταν Σαμιώτης την καταγωγή.

Όμως, ο ανοιχτόμυαλος άνθρωπος όση χαρά ένοιωσε όταν έμαθε πως είχα αποφοιτήσει από το Βενετόκλειο άλλη τόση λύπη  δοκίμασε όταν  κάποια άλλη μέρα τον πληροφόρησα ότι Κανονισμοί και κάποιες διαταγές δεν μου επέτρεπαν να υποστώ την δοκιμασία των εξετάσεων για την εισαγωγή μου στη Σχολή Ανθυπομοιράρχων  επειδή  ήμουνα έγγαμος.

Κάποια χρονιά, με απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας , επετράπη ο διαγωνισμός  των εγγάμων για τη Σχολή  όμως εγώ ,τη χρονιά εκείνη,  δεν είχα το απολυτήριό μου και δεν μπορούσα να δώσω εξετάσεις και όταν  το  απόκτησα  δεν μου επέτρεψαν επειδή   η ευεργετική απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας είχε καταργηθεί  και, όταν το έμαθα,  παρ’ ολίγο να πάθω εγκεφαλικό.

Προερχόμουνα από τη Σχολή Υπενωμοταρχών (1950  σειρά επιτυχίας

 για εκπαίδευση 125 σε κάπου 650 συναδέλφους )και  στη συνέχεια σε άλλο Πανελλαδικό διαγωνισμό το 1954  για τον βαθμό του Ενωμοτάρχη,  σε 1214  διαγωνισθέντες είχα φέρει σειρά επιτυχίας 179.(Εγκ.Αρχ. 31/26-3-1954)

Λίγο αργότερα ( εκεί δεν ίσχυαν  οι απαγορεύσεις  για  εγγάμους) διαγωνίστηκα για τον βαθμό του Ανθυπασπιστού και  σε αριθμό διαγωνισθέντων Ενωμοταρχών 515 η σειρά επιτυχίας μου ήταν 91. Εγκ. Αρχ. 77/30-12-1961

Εκεί στο γραφείο του καλού μου Αστυνόμου Σκορδέλη σχολιάζοντας  αδικίες Κανονισμών  που τότε ίσχυαν και  δεν επέτρεπαν  αστυνομικά όργανα που είχαν όρεξη να βελτιώσουν τη θέση τους και τα όνειρα αυτών διαλυόντουσαν   εξ αιτίας  κάποιων καρεκλο-Κένταυρων που είχαν ψηφίσει νόμους που δεν επέτρεπαν   σε νέους να δοκιμάσουν τα όποια πιστεύω τους!

Εν προκειμένω και σε μένα είχε γεννηθεί ένα συνεχές γεμάτο πικρία ερώτημα που και εκείνο-τότε-το σχολιάζαμε με τον σεβαστό μου Αστυνόμο, Σκορδέλη.

Ενώ για τους πρώτους δυο διαγωνισμούς προαγωγής μου  (Υπενωμοταρχών 1950  και Ενωμοταρχών 1954)  είχα φέρει  πολύ καλή σειρά σε τρίτο διαγωνισμό-αν μου επέτρεπαν- δεν θα έγραφα  έστω και μέτρια  για να  γίνω δεκτός στη Σχολή Ανθυπομοιράρχων ακόμη και τελευταίος  στη σειρά εισαγωγής μου!

Και εδώ  θα μου επιτραπεί να πω ότι δεν αναφέρομαι στις καλές δικές μου σειρές επιτυχιών προκειμένου να  κάνω τον « καμπόσο», όχι προς θεού μακριά από μένα αυτή η έπαρση.

Το λέω αυτό επειδή θυμάμαι πως υπήρχαν έγγαμοι συνάδελφοι  καλλίτεροι από μένα όχι μόνο  στη γραφή  αλλά και σε άλλες γνώσεις που εγώ είχα και συνεχίζω να έχω μεσάνυκτα  οι οποίοι αγωνιζόντουσαν να βελτιώσουν τη θέση τους κοινωνικά και επαγγελματικά  αλλά  σιγά που θα τους άφηναν οι κανονισμοί πειθαρχίας που τους  έκοβε την… όρεξη!

Και δεν έκοβαν  μόνο την όρεξη των εγγάμων αλλά και  εκείνων  που είχαν  σοβαρή σχέση με κοπέλα της αρεσκείας τους και συνέπιπτε να το μάθει κάποιος αυστηρός Αξιωματικός ο οποίος   ξύνοντας νύχια λανθασμένα ερμήνευε Κανονισμούς!

Βλέπετε επισυναπτόμενο απόκομμα άδικης τιμωρίας Αξιωματικού που είχε άσχημη συνέχεια για τον αρραβωνιασμένο  Ενωμοτάρχη).

Βέβαια αργότερα με κάποιες προσφυγές  πολλοί αδικηθέντες μερική δικαίωση βρήκαμε όμως άλλο «μερική» «παρακλητική» και άλλο «αξιοκρατική» με την οποία, σαν «καλάμι ή χαμόδεντρο» (Δροσίνης)

«όσο ανεβαίνεις μόνος  σου  ν’ ανεβαίνεις» για να συμπληρώσω εγώ.

Ανάλογα με τα κότσια και τις ικανότητες που διαθέτεις!

Τώρα όλα τούτα είναι περασμένα  όμως  για πολλούς  αδικηθέντες  όχι

                                                  ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ!

Και παίρνοντας « φόρα»  θέλω, ίσως  σε ερώτημα νέων, να απαντήσω: Γιατί η Χωροφυλακή δεχόταν  σχεδόν αγράμματους Χωροφύλακες.

Γιατί καλοί μ ου νέοι:   Tα χρόνια κείνα ήταν διαφορετικά από τα σημερινά! Και  δεν θα  πάω πιο πίσω από τον πόλεμο  του ΄ 40 .

Τότε από τα μέσα του 1945 οι Σχολές Χωροφυλακής γέμιζαν  αγροτόπαιδα με  γνώσεις που δεν ξεπερνούσαν του Δημοτικού Σχολείου.

Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας επέτρεπε την κατάταξη στη Χωροφυλακή παιδιών αποφοίτων Γυμνασίου  μόνο το 20%.των στρατευσίμων επειδή το  άλλο  80% το προόριζε για το Στρατό και  η Χωροφυλακή  άνοιξε τις πόρτες σε χιλιάδες στρατευσίμους τσοπάνηδες, εργάτες, βουκόλους, χοιροβοσκούς, αγρότες (πρώτος εγώ άφησα το αλέτρι μου) με απολυτήριο Δημοτικού ή και Ε΄ Τάξης ακόμη και αν  τη λέξη χωροφύλακας  λάθος την έγραφαν (χουρουφήλλακας)!

Όμως  τα παιδιά αυτά ήταν «ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ»!

Σκληραγωγημένα από τη βιοπάλη, γεμάτα ζωή και αντοχή  δεν γνώριζαν τι θα πει αρρώστια και με πάλλευκο  ποινικό Μητρώο. Και πέραν τούτων για να γίνει δεκτός σιωπηλά και με προσεκτική Αστυνομική έρευνα περνούσε από  κόσκινο όχι μόνο ο ενδιαφερόμενος νέος αλλά όλη του η οικογένεια  ακόμη και  ο παππούς του παππού του!

Το 1945 (Νοέμβριο μήνα)  στη Χωροφυλακή που και  εγώ κατατάγηκα  ακόμη  πιστεύω  ότι η αίτηση κατάταξής μου ( την έγραψα στη Διοίκηση Χωροφυλακής  Λαμίας) ανορθόγραφη  ήταν!

Στη συνέχεια και ύστερα από μία πλημμελή εκπαίδευση τον  Μάρτιο του 1946, στο Αστυνομικό Τμήμα Σπάρτης τοποθετήθηκα και αμέσως σε  Μεταβατικό Απόσπασμα κατέληξα με το οποίο, το χρόνο εκείνο, τεράστιους κινδύνους αντιμετωπίσαμε και πολλούς συναδέλφους 3/2/1/11 και 17, σε μικρά χρονικά διαστήματα, χάσαμε,  χώρια οι τραυματίες!

 Όμως στις αρχές του 1947 όλα προς το καλύτερο για μένα και άλλους συναδέλφους  άλλαξαν επειδή  τύχη  αγαθή μας  περίμενε!

Το λέω αυτό γιατί: Ενώ στη χερσαία Ελλάδα, όπως και στη Λακωνία που υπηρετούσα, εμαίνετο εμφύλιος σπαραγμός και οι Έλληνες   «τρωγόντουσαν»  μεταξύ τους τα  δε όργανα τάξεως και όχι μόνο  εκείνα  αλλά και αθώοι πολίτες σε δρόμους, σπίτια και Σταθμούς  Χωροφυλακής  νεκροί έπεφταν, το 1947 με την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου πολλοί συνάδελφοι στα όμορφα νησιά της μετατέθηκαν και εκεί την απόλυτη ησυχία απολάμβαναν.

Η αγαθή τύχη και μένα προστάτεψε μια που ανάμεσα  σε εκείνους τους συναδέλφους ως χωροφύλακας τροχονόμος στη Ρόδο βρέθηκα και στη δύναμη  του Μοιράρχου Σχορδέλη   τοποθετήθηκα!

Στη συνέχεια εξ αιτίας εκείνου  του  καλού ανθρώπου που πάντα βρισκόταν δίπλα στους υφισταμένους του πολλοί  από μας τη θέση μας βελτιώσαμε.

Τη μέρα κείνη που στον καναπέ  κοντά του καθόμουνα  και πολύ όμορφα ένοιωθα κάποια στιγμή και αφού τόσα πατέρας και παιδί είχαμε πει  ετοιμάστηκα να φύγω  και εκείνος.

-Κάτσε κάτω, πουθενά δεν θα πάς.

-Μα  στο άλλο γραφείο περιμένει και ο φίλος μου να φύγουμε μαζί.

-Και εκείνος δεν θα φύγει επειδή είναι και δικός μου φίλος.

Χωρίς πολλές κουβέντες και δικές μας αντιρρήσεις  μας πήρε και τους  τρεις μας  εμένα, το φίλο μου Καβαλιώτη  και τη γραμματέα του. Κάλεσε  και την σύζυγό του  κ. Ουρανία ( τη γνώριζα και εγώ από τη Ρόδο) και μας πήγε σε ένα κοντινό εκεί εστιατόριο στο οποίο αν το μπορούσε, ιδιαίτερα  εμένα,  και του πουλιού το γάλα θα με τάιζε,

 Κατά τη διαδρομή μας για Καβάλα με το φίλο μου συνεχώς για το Σκορδέλη μιλούσαμε,  χώρια που το δικό μου μυαλό  στη Ρόδο πέταγε.

Θυμήθηκα την υποδοχή που μας έκαναν οι Δωδεκανήσιοι και σε κάθε νησί όταν το Αρματαγωγό «¨ΧΙΟΣ» περνούσε και  άφηνε  δύναμη ανδρών. (Λέρο, Κάλυμνο, Κω, Σύμη και Ρόδο.

Θυμήθηκα τη μέρα απελευθέρωσης (31 Μαρτίου 1947) που  ο χαρισματικός και αλησμόνητος πατριώτης Δήμαρχος Ρόδου Γαβριήλ Χαρίτος την ώρα που η Σημαία μας ανέβαινε στον Ιστό της εκείνος γονάτισε κλαίγοντας για να τον ακολουθήσουν  χιλιάδες Ρόδιοι!

Θυμήθηκα τους καλούς μου τότε συναδέλφους ιδιαίτερα τους τροχονόμους .

Θυμήθηκα τους συμμαθητές μου στο Νυκτερινό και  τους καλούς μου καθηγητές.

Και ακόμη με εκείνη μου την  επίσκεψη   στη Θεσσαλονίκη και που τώρα για κείνη γράφω ακόμη θυμήθηκα-αυτόν ποτέ δεν τον ξέχασα- τον υπέροχο Λαό  της Ρόδου ανάμεσα στον οποίο  και εγώ για 18 χρόνια έζησα με λίγες χρονικές υπηρεσιακές απουσίες μου σε άλλα νησιά του Δωδεκανησιακού συμπλέγματος  ή και στην εκπαίδευσή μου  στη Σχολή των Υπενωμοταρχών όμως και τότε νοερά ανάμεσα στους Ροδίτες βρισκόμουνα!

Το ίδιο μου έλεγε και ο Σκορδέλης ότι  ποτέ δεν είχε ξεχάσει εκείνον τον ευγενή Λαό της Ρόδου τον οποίο με αγάπη υπηρέτησε επί τέσσερα σχεδόν χρόνια.

Τη Ρόδο και όποιος από εκεί πέρασε ή περάσει  είναι βέβαιο πως ποτέ δεν θα την ξεχάσει  όμως αληθινό  είναι  ότι και ο Βόλος δεν στερείται ομορφιάς και τους ξένους, Βόλος και Πήλιο (Βουνό των Κενταύρων),  με  χαρά και καλοσύνη τους υποδέχεται και τους φιλοξενεί!

Σεβαστέ μου Αστυνόμε Νίκο Σκορδέλη  παρασύρθηκα  και στη γραφή μου πολλούς ανακάτεψα όμως εδώ  περισσότερο για σένα λόγος έγινε  και θέλω να σου πω ότι  ποτέ δεν  έχω ξεχάσει  τον καλό μου (στη Ρόδο) πρώτο αστυνόμο   τον οποίο  και όσο ζω  θα τον ευγνωμονών!

Εκεί στη Θεσσαλονίκη σου είχα πει πως με εκείνο το πατρικό σου ενδιαφέρον είχες γίνει η αιτία -παρά τις όποιες  υπηρεσιακές δυσκολίες που ίσως περνούσα- να αγαπώ τη Χωροφυλακή ως δεύτερη οικογένειά μου και αυτή μου την αγάπη  τη συνεχίζω μέχρι σήμερα  όχι μόνο για  τη Χωροφυλακή αλλά και για την Ελληνική Αστυνομία που την διαδέχτηκε!

 

ΣΕΒΑΣΤΕ ΣΤΡΑΤΗΓΕ ΣΚΟΡΔΕΛΗ  ΝΙΚΟ  ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ ΣΟΥ ΕΥΧΟΜΑΙ  ΑΙΩΝΙΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΝΗΜΗ ΣΟΥ

Δημοσιεύτηκε 12-9-2021  σε «Ταχυδρόμο» & «Ροδιακή»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *