ΜΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗ ΕΚΠΛΗΞΗ
31/07/2020

Βόλος  2 Αυγούστου 2020

                                                                                    Του Σεραφείμ Αθανασίου

«ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ» (Εσωτερικές)

Το γεγονός που  θέλω να περιγράψω  είναι πέρα για πέρα αληθινό και παρά του ότι  από τότε έχουν περάσει πάνω από 70 χρόνια ποτέ δεν  το ξέχασα και  πιστεύω ότι και άλλοι μου συνάδελφοι της τότε εποχής, που   συνέπεσε να παρευρεθούν σε εκείνο το συμβάν, δεν θα  το είχαν ξεχάσει και λέω είχαν επειδή, η πλειοψηφία αυτών δυστυχώς, δεν βρίσκεται ανάμεσά μας .

Όμως, θα το αφήσω τελευταίο  στη γραφή του παρόντος κειμένου προκειμένου νοερά ο  όποιος αναγνώστης θελήσει να εισέλθει στο πνεύμα εκείνης της εποχής, των παλιών δικών μου χρόνων, να καταλάβει καλύτερα  τι επικρατούσε  τότε και τι σήμερα .

Και για να γίνει αυτό θα αναφερθώ όσο μπορώ περιληπτικά σε κάποιες  άλλες αληθινές επίσης ιστορίες που και εκείνες στο ίδιο πνεύμα βάδιζαν.

 Παρακολουθείστε με:

Έτος 1949 και  από την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου(31 Μαρτίου 1947) ως τροχονόμος χωροφύλακας υπηρετούσα  στο Α΄ Αστυνομικό Τμήμα Ρόδου ( κεντρική Αστυνομία) με αστυνόμο  τον Μοίραρχο Σκορδέλη Νίκο ένα ευγενή άνθρωπο πολύ αυστηρό  αλλά δίκαιο.

Η ομάδα της Τροχαίας  ήταν περίπου 25 άνδρες και σε σύνολο ανδρών  κάπου 50 ή 55.

Όλοι οι συνάδελφοι είμαστε άγαμοι, υποχρεωτικά κοιμόμαστε στους θαλάμους της υπηρεσίας μας  και τρώγαμε στο δικό μας  υπηρεσιακό εστιατόριο  με μειωμένο βέβαια οικονομικό  τίμημα και  όλα έβαιναν  καλώς.

Την εποχή εκείνη και σε όλη την Ελλάδα  επικρατούσαν  άλλες καταστάσεις.

Για παράδειγμα μετά τα μεσάνυχτα  τα πάντα  έκλειναν ακόμη και  τα εστιατόρια και η μεταμεσονύκτια κυκλοφορία μέχρι στις 6 το πρωί  απαγορευόταν αυστηρά και στους δρόμους,  δεν έβρισκες ψυχή.

Δεν είναι υπερβολή  αν  πω ότι   εκείνες τις ώρες υπήρχε τέτοια ησυχία ώστε, και από κάποια απόσταση,   μπορούσε κανείς  να ακούσει  τα βήματα του χωροφύλακα που  ήταν  σε κινητή διατεταγμένη υπηρεσία σκοπού τοποθέτη, όπως την έλεγαν.

Και να μερικές απαγορεύσεις στα αστυνομικά όργανα, στην πόλη της Ρόδου.

Άγαμοι Χωροφύλακες και Υπαξιωματικοί όπου και αν βρισκόντουσαν, οι εκτός  υπηρεσίας εννοώ,  την 23ην ώρα έπρεπε να έχουν επιστρέψει στο τμήμα  για ύπνο επί ποινή φυλάκισης ή μετάθεσης ακόμη και απόταξης, αν συνέβαινε συχνά.

Χωρίς γραπτή άδεια του Αστυνόμου  απαγορευόταν σε υπαξιωματικό και χωροφύλακα  να μεταβαίνει στην περιφέρεια άλλου τμήματος, πολύ δε περισσότερο και εκτός πόλεως.

Ευτυχώς αυτή η  απαγόρευση  μετάβασης ,εδώ  και εκεί, δεν ίσχυε για τους άνδρες της Τροχαίας, του Τουρισμού και της Ασφάλειας που μπορούσαν  να πάνε όπου ήθελαν, ακόμη και στα χωριά της νήσου.

Και εδώ τυχερός ο «Βλάχος» και εννοώ την αφεντιά μου,  που υπηρετούσα  στην τροχαία και  βρίσκοντας ευκαιρία πήγαινα όπου ήθελα, γι αυτό και δεν έβγαζα από πάνω μου τα διακριτικά τροχονόμου, όπως έκαναν  και άλλοι συνάδελφοί μου.

Βλάχοι  ξε-βλάχοι με αυτή την  ελευθερία και  τη σχετική μας  χωρική « πονηριά»,  πέρα από τη Ρόδο,  μάθαμε τότε όλο το νησί απ έξω και ανακατωτά, αποκτώντας  και καλούς φίλους.

Από τους υπαξιωματικούς μπορούσαν να  παντρευτούν μόνο  οι Ενωμοτάρχες με άδεια όμως του  Αρχηγού και με την  συμπλήρωση του  32ου έτους της ηλικίας τους, αφού προηγουμένως γινόταν και η  μυστική έρευνα περί διαγωγής, φρονημάτων και καθαρού ποινικού μητρώου  όχι μόνο της ενδιαφερόμενης, αλλά και  συγγενικών προσώπων  πάππου προπάππου!

Ίδιες έρευνες γινόντουσαν και για τους Αξιωματικούς, χώρια που αν η υποψήφια δεν είχε περιουσιακά στοιχεία, ένστολο σύζυγο  δεν έβλεπε δίπλα της.

Στους εγγάμους Αξιωματικούς και Ενωμοτάρχες  απαγορευόταν  να ενοικιάζουν σπίτια για τις οικογένειές τους  στην περιφέρεια άλλου τμήματος.(  όμως σιωπηλά δεν ίσχυε αυτή η διαταγή).

Η πολιτική  περιβολή απαγορευόταν αυστηρά και θυμάμαι πως  ενώ είχαμε όλοι μας ράψει  κάποιο κουστούμι  και  φορώντας το  θα  νιώθαμε «όμορφοι  πολίτες του καλού «κόσμου», δεν το χαιρόμαστε όπως  επιθυμούσαμε.

 Εγώ ( και με  μηνιαίες δόσεις) το είχα ράψει στο Σάββα το Σαλβάρη που ήταν φίλος μου και   «ξακουστός» για την τέχνη του  και την  ευγένειά του.

Ενώ λοιπόν είχαμε και τα όμορφα κουστουμάκια μας( ήταν τα πρώτα)  δεν μας επέτρεπαν να τα φοράμε  χωρίς έγγραφη άδεια του Αστυνόμου.

Εκείνο το ενυπόγραφο χαρτάκι  που  με δυσκολία μπορούσες  να το πάρεις  από τον Αστυνόμο σου  και  μέσω του  εκάστοτε Υπαξιωματικού  υπηρεσίας  ο οποίος σε περνούσε από  «ακτινολογικά μηχανήματα» με τις ενοχλητικές ερωτήσεις του το  που θα πας και ζητάς πολιτική αμφίεση.

Και « κακομοίρη μου» πρόσεχε ποιον ή ποια θα συναντήσεις  και μη τολμήσεις  και δημιουργήσεις κανένα πρόβλημα με καμιά γυναίκα δεν σε σώζει τίποτα.

Θα σε διώχνουν από το Σώμα  και ένα σωρό άλλες φοβέρες υπό τύπων συμβουλών  και άντε ύστερα, από  τα όσα  σε «φούσκωναν», να σου κάνει όρεξη  για  «κούκο»  προκειμένου  με κανένα ορεξάτο  θηλυκό να ανέβεις μαζί του τα σκαλοπάτια έκτου  και γιατί   όχι  εβδόμου Ουρανού !

Λόγω εκείνης της απαγόρευσης πολιτικής ενδυμασίας  και επειδή  συνεχώς φορούσαμε την- κατά τα άλλα- όμορφη στολή μας, αυτή την καημένη, την  είχαμε  ονομάσει  «λυκοτόμαρο».

Εκεί στη Ρόδο τα Σαββατοκύριακα  από 6 το απόγευμα μέχρι τα μεσάνυχτα απαγορευόταν αυστηρά στους χωροφύλακες και υπαξιωματικούς να κάθονται στο παραλιακό κέντρο Ακταίον ( σύχναζαν Αξιωματικοί) με τη δικαιολογία πως εκείνες τις ώρες η παραλιακή Λεωφόρος γέμιζε κόσμο και δεν ήταν σωστό να βλέπουν  τους χωροφύλακες με τη στολή τους να κάθονται και να «τεμπελιά ζουν».

Όταν όμως, θυμάμαι κάποιος, τόλμησε και είπε  «δώστε μας  τότε άδεια να βάζουμε πολιτική αμφίεση και να καθόμαστε  στο Ακταίον όταν δεν έχουμε υπηρεσία»  το αίτημα του (μας) δεν έγινε  αποδεκτό.

Οι πόρτες των δωματίων  των αγάμων ποτέ δεν κλείδωναν  και ο εκάστοτε υπαξιωματικός  υπηρεσίας μπορούσε να τα επιθεωρεί και αν κανένα κρεβάτι ήταν ξέστρωτο ή κουβέρτα δεν ήταν καλά στρωμένη,  ζήτω που καήκαμε, δεν γλύτωνες από την τιμωρία   και  εκείνες τις μέρες μετά την όποια υπηρεσία σου  κλεινό σουνα στο δωμάτιό σου  και αν σε χρειαζόταν ο υπαξιωματικός  σε έστελνε και  έκτακτη υπηρεσία.

Ιστορίες, θα μου επιτραπεί να πω, για Αγρίους,  τις οποίες  διαβάζοντάς τες οι νέοι,  ιδιαίτερα οι φίλοι μου  εν ενεργεία Αστυνομικοί, στους οποίους εμείς  οι  παππούδες τους παραδώσαμε  εκείνη την ιστορική σκυτάλη, θα τρίβουν τα μάτια τους για τα όσα εγώ τους  «καταμαρτυρώ»  και δικαιολογημένα δεν πιστεύουν .

Δεν γνωρίζω αν η απαγορευτική εκείνη διαταγή  ήταν τοπική ή προερχόταν από τα ανώτερα υπηρεσιακά κλιμάκια. Όπως όμως και να έχει το πράγμα ο τότε χωροφύλακας ήταν,  θα τολμήσω να το πω, ένα ρομπότ  με το  να λέει  συνεχώς  «μάλιστα»  σε ότι τον διέταζαν  και έπρεπε να εκτελέσει   όσο κουρασμένος και να ήταν. Πολλά, λοιπόν, τα απαγορευτικά  αλλά  άκουγες προσεκτικά τι σου έλεγαν  και έλεγες μάλιστα.

Πρέπει όμως θα πω και τούτο: Εκείνα τα χρόνια ήταν διαφορετικά από τα σημερινά τα δε ήθη και έθιμα της Ελλάδος ήταν αυστηρά  και  σε πολλά  μάλιστα μέρη  έφταναν μέχρι το έγκλημα.

Σφακιά, Μάνη και Πύργο Ηλείας ακόμη για ένα « παράνομο»  φιλί αδελφής ο παρανομήσας φίλος, ακόμη και αν  η αδελφή  με μεγάλη προθυμία  ή και πρόκληση  του  πρόσφερε το θερμό και αγνό φιλί της.

Αν ,λοιπόν, ο «φαταούλας»  που θα τολμούσε να  φιλήσει την αδελφή ή την κόρη δεν αποκαθιστούσε την «τροθείσα  τιμή» της οικογένειας, τον περίμενε  ο βίαιος θάνατός του.

Ενώ ο αδελφός ή ο πατέρας  φονιάς χωρίς καλύπτρα προσώπου  ήσυχα περίμενε τον χωροφύλακα  να του περάσει χειροπέδες και μάλιστα με χειροκροτήματα  συμπατριωτών του που και εκείνοι  τα ίδια με το φονιά  μυαλά είχαν περί τιμής, υπόληψης και καθαρού  μετώπου το οποίο μέτωπο  δεν επέτρεπαν την αμαύρωση του από ένα «θερμόαιμο» κουνιστό  θηλυκό που επέτρεψε στον γεμάτο ζωή   γνώριμο της  να της αγγίσει  το στήθος ή  να την «τσιμπήσει» σε απαγορευτικό σημείο του σώματός του.

Η τότε έξωθεν καλή μαρτυρία Δημογερόντων και γειτονικής Μάξγουελ, ιδιαίτερα στα χωριά, λαμβανόταν υπ όψη και με αυτή  πορευόντουσαν.

Αναφέρθηκα σε αυτά επειδή την τότε  έξωθεν καλή μαρτυρία την είχε ανάγκη και το Σώμα της Χωροφυλακής  που στο Βωμό  της Πατρίδος,  ιδιαίτερα   στον πρώτο μισό  του 19ου αιώνα, εκατόμβες θυμάτων είχε  προσφέρει( και δυστυχώς συνεχίζει την προσφορά)  προς αποκατάσταση της έννομης τάξης.

Και αυτή  την μαρτυρία δεν ήθελε να την χάσει  ακόμη και από  «κουτσομπολιά» σε βάρος των ανδρών του γι’ αυτό-δική μου γνώμη-ακολουθούσαν  τα πολλά άδικα, ΜΗ στο ένα και ΜΗ στο άλλο.

Ασχολήθηκα  με μερικά  ΜΗ  για να  φτάσω σε εκείνο  που  στην αρχή σας είπα  και που δεν ξέχασα,  παρά του ότι   πέρασαν  70 και  πλέον χρόνια.

Πρέπει  κατά το παρελθόν να έχω αναφερθεί σε αυτό το γεγονός, δεν θυμάμαι όμως πότε και αν το έχω κουβεντιάσει  με φίλους μου ή έχει δει  το φως της δημοσιότητας. Σε περίπτωση έχει γίνει  και αυτό δεν πειράζει  να γίνει ξανά και φυσικά με περισσότερες λεπτομέρειες. Παρακολουθείστε το.

Στο Α’ Αστυνομικό Τμήμα υπηρετούσε και ένας μεγάλος στην ηλικία χωροφύλακας συμπαθέστατος με λευκά μαλλιά και εμείς οι μικρότεροι τον βλέπαμε  σαν πατέρας μας.

Αυτός ο για μας σεβαστός πατέρας κάποια μέρα υπέβαλε αίτηση αποστρατείας του και με πρωτοβουλία του Αστυνόμου μας  θελήσαμε όλοι  οι άνδρες του Τμήματος  να τιμήσουμε τον αποχωρούντα  με μια μικρή ανθρώπινη συγκέντρωση-δεξίωση.

 Αγοράσαμε τα χρειαζούμενα  και ένα βράδυ  σε κάποια γωνιά  του  κλειστού εστιατορίου συγκεντρωθήκαμε για τον αποχαιρετισμό του συναδέλφου μας .

 Ο  αυστηρός αλλά καλός μας Αστυνόμος Μοίραρχος  Σκορδέλλης Νικόλαος τον αποχαιρέτησε με συγκινητικά λόγια και τον παρακάλεσε  να μη μας ξεχάσει !  Θέλησε και εκείνος  να πει δυο λόγια.

 Σοβαρός  με  συστολή θα έλεγα , εκείνος ο ολιγογράμματος  σεβαστός μας συνάδελφος,  σηκώθηκε από τη θέση του, μας κοίταξε  μπορώ να πω όλους στα μάτια  και , με δικά του λόγια, είπε.

 Σας  ευχαριστώ κ. Αστυνόμε για τα καλά σας λόγια .Ναι σας υπόσχομαι ποτέ να μη σας ξεχάσω  επειδή  πέρασα καλά ανάμεσά  σας . Όμως φεύγω με μια πικρία.

Λίγα τα γράμματά μου  πολλές όμως οι προσφορές μου  αν όχι εδώ  τουλάχιστον  στις άλλες μου υπηρεσίες  που πριν βρισκόμουνα και  με χαλεπούς καιρούς,  προ του πολέμου, στην διάρκεια αυτού, χρόνια  κατοχής  και στα μετέπειτα περισσότερο  αιματοβαμμένα.

Σε όλα τα  υπηρεσιακά μου χρόνια έπρεπε να ζητάω έγγραφη άδεια για να φορέσω πολιτική περιβολή   και στα γράμματα που έστελνα,  ως αποστολέα,  έγραφα  Χωροφύλαξ  Αναστασίου.

Δεν άξιζα κ. Αστυνόμε  να μου δώσει το Αρχηγείο  μια σαρδέλα, να με κάνει υπενωμοτάρχη. Και το κυριότερο μου απαγόρευσε να δημιουργήσω οικογένεια, να αγκαλιάσω και εγώ τη γυναίκα μου  να παίξω με το παιδάκι μου, να το δω να μεγαλώνει και, να χαίρεται η ψυχή μου.

Το στήθος του είχε  « φουσκώσει», έκλαιγε  και με αναστεναγμούς συνέχιζε. Στο χωριό μου έχω  δυο έγγαμα αδέλφια, με ζητούν  να πάω να μείνω στο σπίτι τους, άραγε με αγαπούν ή σκέπτονται τη μικρή μου σύνταξη. Τον κοιτάζαμε, κλαίγαμε και μέσα μας λέγαμε ότι και  εμείς κάποτε  στην ίδια θέση θα βρισκόμαστε.

Πόση αδικία, Θεέ μου,  μοίραζε  εκείνος  ο αυστηρός κανονισμός   ιδιαίτερα στα απλά όργανα  που  δεν είχαν μεν προσόντα προαγωγής  όμως-κατά τους ίδιους κανονισμούς- είχαν  την ικανότητα  να φέρουν σε  πέρας  το όποιο αστυνομικό έργο  τους  ανέθεταν οι προϊστάμενοί τους!

Και πόση αδικία που δεν είχαν  δικαίωμα να αποκτήσουν οικογένεια και να νιώθουν την ανάσα  καλής συζύγου  και  το γέλιο μικρών δικών τους παιδιών!

Τα σκεπτόμαστε , κοιτάζαμε  τον αγαπημένο σε όλους μας σεβαστό συνάδελφο, δεν  λέγαμε λέξη  τα διασταυρούμενα  όμως μάτια μας,  πολλά μαρτυρούσαν.  Είχαμε χωρίς υπερβολή  χάσει το κέφι  μας .

Σκεπτόμαστε:

 Πριν από μας  από το Σώμα πέρασαν  πολλοί συνάδελφοι  ακόμη  και προ της δικής μου  γέννησης 1925. Και νομίζω πως από εκείνα τα χρόνια  ίσχυαν  οι αυστηροί  Κανονισμοί  και τον χωρο-φύλακα τον είχαν μόνο για τη φύλαξη χωρίς  δικά του  ανθρώπινα δικαιώματα!

Αυτοί οι ήρωες «καλόγεροι», χωρίς ράσα, πετραχήλια, μεγαλόσταυρους και κομποσκοίνια, αποχωρούσαν  από το Σώμα , μόνοι, με πολλά ψυχικά κενά ,και  έψαχναν  να βρουν  κάποια γωνιά,  προκειμένου να  ακουμπήσουν τα γηρατειά τους.

Όμως, από  τα τόσα αρνητικά  προέκυπτε,τότε, και ένα  αγνό αποτέλεσμα.

Μια ολόκληρη ζωή  οι άγαμοι συνάδελφοι κοιμόντουσαν στο  τμήμα , αυτό  είχαν  για σπίτι τους  και γύρω από αυτό  το αγκωνάρι  όλα τα υπηρεσιακά τους  χρόνια το ίδιο « μαγκανοπήγαδο»  γύριζαν. Το « μαγκανοπήγαδο», λοιπόν,  αυτό ήταν  αιτία  να τους δέσει σφιχτά  συναδελφικά και περισσότερο φιλικά.

 Και αυτή η αγνή φιλία τους  κράτησε και κρατά χρόνια όχι μόνο μεταξύ συναδέλφων αλλά και παιδιών αυτών  και εννοώ όσων απόκτησαν οικογένεια από την «αλλαγή» των καιρών και «Κανονισμών» είτε εξ αντιδράσεως (παντρευόντουσαν κρυφά οι χωροφύλακες), είτε  και με άδεια της …Αστυνομίας.

Στη συγκίνηση του καλού συναδέλφου τον οποίο ως 22άχρονοι έως  και 25ντάχρονοι νέοι σαν πατέρα  μας τον βλέπαμε  συμπληρώθηκε και η δική μας  φορτισμένη  συγκίνηση περισσότερο όμως άσχημα ένοιωθε ο καλός μας Αστυνόμος Μοίραρχος Σκορδέλης Νικόλαος αλλά και  Αξιωματικοί   που συνέπεσε να βρίσκονται εκεί.

Και αν καλά θυμάμαι ήταν ο Μοίραρχος  Χονδρογιάννης Ιωάννης του Τμήματος Ασφαλείας, οι Υπομοίραρχοι Κοντορίνης Νικόλαος, Κων/νος Θεοδωρόπουλος, Μανώλης Παρασκουλάκης και ο Ανθυπασπιστής Τσεκούρας Ιωάννης.

Όλοι τους είχαν  βουρκώσει  κοίταζαν  τον σεμνό  συμπαθέστατο  συνάδελφο  και δεν έλεγαν λέξη. Ο   αστυνόμος  μας Σκορδέλης   σηκώθηκε  και πήγε κοντά του, κάθισε δίπλα στον Αναστασίου  (γνωρίζω όλα του τα στοιχεία  όπως και το χωριό του  όμως δεν τα αναφέρω) τον χτύπησε στους ώμους του και  αποκαλώντας τον με τον μικρό του όνομα  του είπε « μακάρι να μπορούσα να διορθώσω όχι μια αλλά πολλές αδικίες που γίνονται  σε βάρος όλων σας».

Τον καταχειροκροτήσαμε  κλαίγοντας  ο δε Αστυνόμος αγκάλιασε  τον  δικό μας καλό συνάδελφο   φιλώντας τον.

Το βράδυ εκείνο καταλάβαμε όλοι μας το πόσο  άνθρωποι και συναισθηματικοί  ήταν και οι Αξιωματικοί μας  όμως οι κανονισμοί  και άνωθεν   διαταγές  έπρεπε να εφαρμόζονται επειδή  χωρίς την εφαρμογή τους  θα βαρούσα με …διάλυση και αυτό δεν επιτρέπεται σε κανένα οργανισμό. Φορτισμένος συναισθηματικά με τη θύμηση της  ανθρώπινης  εκείνης συγκέντρωσης  κλείνω  την αφήγησή μου  με δυο όμως λόγια για κείνο  τον συνάδελφο.

Σε λίγες μέρες  στο Λιμάνι  της Ρόδου  τον  αποχαιρετούσαμε  μια που έφευγε για το χωριό του, κάπου στην Εύβοια. Την ίδια χρονιά που εκείνος αποστρατεύτηκε (1949) εγώ εισήλθα στη Σχολή υπαξιωματικών και με την λήξη της φοιτήσεώς μου   επέστρεψα στη  Ρόδο.

Μια μέρα  εκεί που βάδιζα  ξαφνιασμένος  συνάντησα τον σεβαστό παλιό μου συνάδελφο. Κάναμε τόση χαρά που ειδωθήκαμε  και από τον ίδιο έμαθα  ότι  τα δυο του αδέλφια μάλωναν  πίσω από την πλάτη του  το ποιος θα τον έχει σπίτι του.

Και μια μέρα που όλοι τους απουσίαζαν  από το σπίτι  που έμεινε   ετοίμασε  τα λιγοστά  πράγματά του , πήρε ταξί  και  τράβηξε για   το λιμάνι του Πειραιά και από εκεί με πλοίο   επέστρεψε στη Ρόδο.

Πριν όμως φύγει πίσω του άφησε ένα σημείωμα και τους έλεγε να μονοιά σουν και να μη τον  αναζητούν  πλέον. Τους πληροφορούσε όμως ότι στη Ρόδο θα βρίσκεται. Και  πράγματι τήρησε το λόγο του, εκεί μόνιμα για  χρόνια έμεινε, εκεί  άφησε την τελευταία του πνοή  και  εκεί,  στην αγαπημένη μας Ρόδο,   περιφέρεται   η αγνή του ψυχή.

                                                                                      *********************

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Δημοσιεύτηκε  5 & 6 Αυγούστου 2020 στις εφημερίδες «Ταχυδρόμος» και « Ροδιακή».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *