Ευθυμογραφήματα

ΠΛΑΝΕΥΤΡΑ ΡΟΔΟΣ
23/05/2018
parallax background

« ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ “ΠΑΛΙΟΥΧΟΥΡΟΥΦΥΛΑΚΑ”» (Ευθυμογράφημα)

Η Γιαννούλα, επέστρεφε στο σπίτι της με γεμάτη νερό τη στάμνα της και με δυσκολία κρατούσε τα δάκρυά της. Μόλις όμως έφτασε σε αυτό, κυριολεκτικά σωριάστηκε σε μια πεζούλα της αυλής και, ξέσπασε σε λυγμούς. Θορυβημένη και πολύ ανήσυχη η μάνα της έτρεξε κοντά στο βλαστάρι της, προκειμένου να μάθει γιατί έκλαιγε. -Τι έχεις κουρτσάκιμ κι κλαίς, ποιος κιαρατάς σι μάλουσι κιέσκασης στου κλάμα? Όμως η Γιαννούλα, ένα πανέμορφο 20άχρονο πλάσμα με ροδοκόκκινα μάγουλα και ωραία χαρακτηριστικά, δεν απαντούσε στη μάνα της, και τούτο γιατί, τα αναφιλητά της και οι συνεχείς διακεκομμένοι αναστεναγμοί γεμάτοι δάκρυα και ίσως ντροπή, δεν της επέτρεπαν να απαντήσει στα αλλεπάλληλα ερωτήματα της μάνας της, στα οποία είχαν προστεθεί και της γιαγιάς της, που καθόταν λίγο πιο πέρα και κάτω από τον ήσκιο της μουριάς, αναπολώντας τα περασμένα της χρόνια. Είδαν και έπαθαν οι δυο γυναίκες να αναγκάσουν θυγατέρα και εγγονή αντίστοιχα, να τους πει τι είχε και έκλαιγε, ψέλνοντας συγχρόνως διάφορες ακαταλαβίστικες κατάρες, οι φωνές της όμως και τα αναφιλητά είχαν γίνει αντιληπτά από κάτι κουτσομπόλες γειτόνισσες που δήθεν αδιάφορες διόρθωναν τα όποια στην αυλή τους «αδιόρθωτα» με τεντωμένα όμως αυτιά κρυφάκουγαν, προκειμένου να «συλλάβουν» τα όσα ίσως άκουγαν, από την 20άχρονη γειτονοπούλα τους η οποία ναι μεν ήταν όμορφη αλλά την ομορφιά την κάλυπτε η- έστω και σε μικρό βαθμό- διανοητική της στέρηση. Η νεότερη μάνα κατάλαβε τις προθέσεις εκείνων των γυναικών και τράβηξε την κόρη της στο εσωτερικό του πλινθόκτιστου φτωχού της σπιτιού, ενώ η γιαγιά άφησε και εκείνη για αργότερα τις αναπολήσεις της και τον όμορφο ήσκιο της μουριάς, ακολουθώντας κόρη και εγγονή για να μάθει τι κακό συνέβη στο παιδί του παιδιού της και το καημένο, έκλαιγε- έκλαιγε και σταματημό δεν είχε. Κάποτε η Γιαννούλα ηρέμησε και είπε τα όσα είπε στις δυο γυναίκες, καλύτερα όμως να τα πάρουμε τα γεγονότα από την αρχή προκειμένου να καταλάβουμε όλοι μας εκείνο το τρομερό που συνέβη στη Γιαννούλα και την έκανε να σκάσει στο κλάμα. Δεκαετία του ’30 και βρισκόμαστε πάλι σε κάποιο χωριό της Ρούμελης/στο τέλος, από τους Ρουμελιώτες και όλοι αντάμα θα το φάμε το ξύλο, επειδή σε εκείνους εγώ κατά διαστήματα αναφέρομαι και εσείς αναγκαστικά διαβάζετε/. Είναι δηλαδή και αυτή η δική μου αναφορά σε Ρουμελιώτες περίπου σαν εκείνο που μας «κόλλησαν» το: «μαζί τα φάγαμε» και γι’ αυτό τώρα/μια που δεν αντιδράσαμε όπως έπρεπε/ μας παίρνουν πίσω όχι μόνο συντάξεις και μισά μεροκάματα, αλλά και κάποια επιδόματα, κρατήσεις ετών. Τέλος πάντων.

Η ΑΦΗΓΗΣΗ…ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.



«ΕΝΑΣ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑΚΟΣ ΓΑΜΟΣ» (Ευθυμογράφημα)

Αγαπητοί μου φίλοι σήμερα θα σας διηγηθώ μια πέρα για πέρα αληθινή ιστορία η οποία περπατά από γενιά σε γενιά και φτιάχνει τα «κέφια» ακόμη και των εκ γενετής «κατσούφηδων». Πρέπει να ήταν η πρώτη 10ετία του 20ου αιώνα όταν συνέβη αυτό το «επεισόδιο» στο χωριό μου, την Κόμνηνα, ή ίσως και στο διπλανό του δικού μου ,το Ρεγγίνι. Αυτά τα Χωριά βρίσκονται στους πρόποδες του όρους Καλλίδρομου για να μη πω στις πλαγιές αυτού και μακριά από τα Καμένα Βούρλα, περίπου δέκα χιλιόμετρα. Τα χρόνια κείνα ο φτωχός και μεροκαματιάρης κόσμος τους ζούσε και χαιρόταν χωρίς πολλές απαιτήσεις από τη ζωή του γι’ αυτό ακόμη και στα καινούρια ζευγάρια, τα νιόπαντρα δηλαδή, ήταν άγνωστες οι λέξεις που αναφέρονται στο «μήνα του μέλιτος» στο διάστημα του οποίου έστω και για λίγες μέρες (όχι ολόκληρο μήνα) τα σημερινά ζευγάρια κυριολεκτικά «χάνονται» αμέσως μετά τα στέφανα σε τόπους κοντινούς ή μακρινούς και δεν γνωρίζει κανείς που βρίσκονται και που αυτά αφήνουν να τρέξουν από γλυκόλογα και χιλιο-ειπωμένες υποσχέσεις, τα όποια «σιρόπια» τους. Εκεί στη δική μας «γούρνα» όπως λέγαμε και λέμε τον περιφερειακό χώρο που είναι κτισμένα τα χωριά μας, εκεί λοιπόν που δεν είχαν τότε τρεχούμενο νερό βρύσης, ηλεκτρικό ρεύμα, δρόμους, αυτοκίνητα ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο για κείνη την εποχή συγκοινωνιακό μέσο και ζούσαν στην απομόνωση από τον υπόλοιπο κόσμο, σε αυτή τη «γούρνα» και σ’ αυτό το Χωριάτικο κόσμο οι όποιες χαρές ιδιαίτερα γαμήλιων τελετών άφηναν σημάδια ευεξίας και ευτυχίας ακόμη και σε κείνα τα παιδιά που λόγω ανέχειας πουθενά δεν πήγαιναν για να χαρούν την ένωσή τους. Δεν πήγαιναν πουθενά, ο Πάτερ Φαμίλιας όμως αυτών των παιδιών και εννοώ των αρρένων μεριμνούσε για όλα τα «συμφέροντά» τους πριν ακόμη εκείνα φτάσουν στα σκαλοπάτια την εκκλησίας. Προικοσύμφωνα ακινήτου περιουσίας, καταβολή χρημάτων, ζώων και οτιδήποτε άλλο συμφωνηθέν μεταξύ γονιών ή αδελφών νύφης και «προξενητών» της άλλης πλευράς έπρεπε αυτές οι συμφωνίες να έχουν περάσει στα χέρια του γαμβρού πριν από την ημερομηνία γάμου, σε αντίθετη δε περίπτωση , γάμος δεν γινόταν. Μετά από όλα αυτά «έστηναν» και τη χαρά του γάμου η οποία κρατούσε μέρες. Το γλέντι (στο σπίτι της νύφης) άρχιζε από την Παρασκευή ενώ του γαμβρού την επομένη. Στο σπίτι της νύφης γιαγιές, μανάδες, γειτόνισσες και οι όποιες φιλενάδες βοηθούσαν στο «στήσιμο» του «γίκου». Τι ήταν αυτός? Σε μια άκρη δωματίου έστρωναν κάτω μια διπλωμένη «στενόμακρη» κουρελού και εκεί τοποθετούσαν: Παπλώματα, κουβέρτες, σεντόνια, μαξιλάρια, κουρελούδες, λοιπά στρωσίδια αλλά και τα φουστάνια της νύφης ακόμη και παπούτσια, εσώρουχα ή και ότι άλλο είχε το πολύφερνο ή το φτωχότερο κορίτσι και όλα καινούρια. Ως προς τις Μάξγουέλ, αυτές και τότε υπήρχαν και κουτσομπόλευαν πότε μέσα τους και πότε στον περίγυρό τους.

....Συνεχίζεται η αφήγηση.